βρῶμα

βρῶμα, ατος, τό, ([etym.] βιβρώσκω)
A that which is eaten, food, meat, Hp. VM6, Th.4.26, al.: metaph., Ar.Fr.333: freq. in pl., Hp.VM3, Antiph.246, Pl.Criti.115b, etc.; opp. ὄψα, Sosip.1.30.
II cavity in a tooth, Hp.Epid.4.25, Dse.1.105, Archig. ap. Gal.12.859.
2 moth-eating, in pl., LXX Ep.Je.12.
III pl., filth, ordure, prob. in Ev.Marc.7.19; cf. βρῶμος (B).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βρῶμα — that which is eaten neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρώμα — το (AM βρῶμα, Μ και βρῶμαν) [βιβρώσκω] 1. τροφή 2. λεία, θήραμα νεοελλ. 1. δόλωμα 2. διάβρωση, αποσύνθεση αρχ. 1. πληγή, καρκίνωμα 2. οπή, κουφάλα του δοντιού …   Dictionary of Greek

  • βρώμα — η βλ. βρόμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βρώμαν — βρώμᾱν , βρώμη fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Liste griechischer Phrasen/Beta — Beta Inhaltsverzeichnis 1 Βάλανε το λύκο να φυλάει τα πρόβατα …   Deutsch Wikipedia

  • брашьно — БРАШЬН|О (427), А с. 1.Пища, еда: Простѣишааго въ всемь ишти. и въ брашьнѣ и въ одежди. Изб 1076, 30 об.; варламъ... пребысть же на мѣ||стѣ томь сѣд˫а... ни брашьна же въкоуша˫а ни въ одежю облечесѩ. ЖФП XII, 34в г; рече ст҃ыи николаѥ имаши ли… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • βρόμος — (I) ο (Α βρόμος) βρόμη, ονομασία αγρωστώδους που χρησιμεύει ως τροφή των ζώων. [ΕΤΥΜΟΛ. < βρέμω*, ίσως επειδή θεωρούνταν ότι το φυτό αυτό προστάτευε από τους κεραυνούς]. (II) ο (AM βρόμος, Α και βρῶμος) άσχημη μυρωδιά νεοελλ. 1. ακαθαρσία 2.… …   Dictionary of Greek

  • βρώμαθ' — βρώ̱ματα , βρῶμα that which is eaten neut nom/voc/acc pl βρώ̱ματι , βρῶμα that which is eaten neut dat sg βρώ̱ματε , βρῶμα that which is eaten neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρώματ' — βρώ̱ματα , βρῶμα that which is eaten neut nom/voc/acc pl βρώ̱ματι , βρῶμα that which is eaten neut dat sg βρώ̱ματε , βρῶμα that which is eaten neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Forastero — Cacaoyer Cacaoyer …   Wikipédia en Français

  • Theobroma cacao — Cacaoyer Cacaoyer …   Wikipédia en Français

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.